Tο σκιάχτρο
Το ’ντυσαν με παλιόρουχα και το ’στησαν
στη μέση του μεγάλου χωραφιού για δράκο φύλακα.
Όμως εκείνο αγαπούσε τα πουλιά κι εμάς
το ίδιο με τους ήλιους τους ηλιόσπορους.
Έτσι, σαν ήρθαν οι σπουργίτες τιτιβίζοντας
και κάθισαν στο τρύπιο του καπέλο,
τους χαμογέλασε πλατιά,
άνοιξε ορθάνοιχτα το στήθος του,
κι οι φίλοι του χτίσανε φωλιά
πλάι στη μεγάλη αχυρένια του καρδιά.
Bούλα
Aρβανιτίδη
Στο βιβλίο της Γλώσσας διαβάσαμε αυτό το όμορφο ποίημα και μετά γράψαμε τις
δικές μας ιστορίες…
Ένα αδύναμο σκιάχτρο
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένα σκιάχτρο διαφορετικό . Ήταν ένα σκιάχτρο
που αντί να τρομάζει τα κοράκια έκανε το αντίθετο. Κάθε φορά που τα έβλεπε
τρόμαζε και κρυβόταν πίσω από ένα μεγάλο δέντρο. Τα άλλα σκιάχτρα το
κορόιδευαν.
Το αφεντικό του ,απογοητευμένο,
αποφάσισε να το πετάξει . Στη θέση του έβαλε ένα τεράστιο, ατρόμητο και
τρομαχτικό σκιάχτρο που έγινε ο βασιλιάς των σκιάχτρων της περιοχής. Το δικό
μας σκιάχτρο, το αδύναμο, στενοχωρήθηκε πολύ και πήρε την απόφαση να γίνει πιο
μεγάλο και πιο ατρόμητο και πιο τρομαχτικό από το άλλο. Ήθελε να ξαναγυρίσει
στο χωράφι του. Το μόνο που του έλειπε ήταν ένας δάσκαλος σκιάχτρων για να το
κάνει πιο μεγάλο, ατρόμητο και τρομαχτικό.
Έψαχνε κι έψαχνε κι έψαχνε και
τελικά βρήκε έναν δάσκαλο και του είπε όλη την ιστορία του. Ο δάσκαλος το
άκουσε με προσοχή κι ανέλαβε να το διδάξει. Το αδύναμο σκιάχτρο πέρασε πολλές δοκιμασίες
και μετά από πολύ καιρό έγινε μεγάλο, ατρόμητο και τρομαχτικό.
Επέστρεψε λοιπόν στο
αγρόκτημα, βρήκε τον βασιλιά και του είπε: «Σε προκαλώ σε μάχη για τον θρόνο». Ο
βασιλιάς δέχτηκε. Σ΄αυτή τη μάχη όποιος θα τρόμαζε τα πιο πολλά κοράκια θα κέρδιζε.
Κάνει ο βασιλιάς μια και διώχνει όλα τα κοράκια από το χωράφι. Κάνει και το
σκιάχτρο μας μια και διώχνει τα κοράκια κι από τα γειτονικά χωράφια. Το σκιάχτρο
μας κάθισε στον θρόνο περήφανο.
Από τότε, σ΄ όλη την περιοχή,
δεν ξαναπάτησε το πόδι του κανένα κοράκι. Κι έζησαν τα σκιάχτρα καλά και τα
κοράκια μη χειρότερα!
Απόστολος Πηλιγκός
Ένα χαρούμενο σκιάχτρο
Γεια σας, είμαι ένα Σκιάχτρο και θα
ήθελα να σας διηγηθώ την ιστορία μου.
Πριν από πολλά πολλά χρόνια δεν
είχα καθόλου φίλους, όπως συμβαίνει με όλα τα σκιάχτρα του κόσμου. Τα πουλιά
τρόμαζαν όταν με έβλεπαν και τα λουλούδια μου γύριζαν την πλάτη. Ακόμη και το
αφεντικό μου με αγνοούσε όταν του χαμογελούσα…
Ήμουν πάντα μόνο… μέχρι εκείνη
την ημέρα! Ήταν η μέρα που από τότε δεν ένιωσα ποτέ ξανά μοναξιά!
Εκείνη τη μέρα λοιπόν είδα το αφεντικό μου με τη γυναίκα του να επιστρέφουν
στο σπίτι φέρνοντας μαζί τους ένα μικρό ανθρωπάκι που ήταν πιο μικρό κι από
μένα. Αυτό το μικρό ανθρωπάκι άρχισε να μου κάνει παρέα με τα κλάματα και τις φωνούλες
του τον πρώτο καιρό, και με τα παιχνίδια
του κοντά μου όταν άρχισε να περπατάει. Αυτό δε μου γύριζε την πλάτη, δε με
αγνοούσε όπως όλοι οι άλλοι.
Το παιδί μεγάλωνε κι έπαιζε μαζί μου.
Παίζαμε κρυφτό και μιλούσαμε με τις ώρες. Η μαμά του πολλές φορές το μάλωνε
χαρακτηρίζοντάς με «ένα μάτσο άχυρα». Περνούσα ωραία με το μικρό αγόρι αλλά
ένιωθα ότι μια μέρα θα σταματούσαν οι χαρές, τα γέλια και τα παιχνίδια μας. Ο μικρός
θα μεγάλωνε…
Πέρασαν τα χρόνια και ο εφιάλτης
μου έγινε πραγματικότητα. Ο μικρός έφυγε από κοντά μου. Πήγε για σπουδές. Έμεινα
πάλι μόνο μου. Δεν μπορούσα πια ούτε να μιλήσω ούτε να κουνηθώ. Βλέπετε ήμουν
ζωντανό, χάρη στη φαντασία του μικρού.
Και μια μέρα…. Μα τι μέρα ήταν
αυτή! Τα αφεντικά μου γύρισαν ξανά στο σπίτι με ένα μικρό ανθρωπάκι!
Με τη Μαρία δεν παίζουμε τα
παιχνίδια που παίζαμε με το μικρό αγόρι. Συνήθως με ντύνει και με βάζει δίπλα στις
κούκλες της , σερβίροντάς μας τσάι και κρουασάν. Άλλες φορές με βάφει, μου
βάζει κραγιόν και τσιμπιδάκια στα μαλλιά. Μα δε με νοιάζει γιατί ζω μια ωραία
ιστορία για δεύτερη φορά!
Φανή Οικονόμου


Είναι τέλειο!Μπράβο σας κυρία Ελένη!Ολυμπία!
ΑπάντησηΔιαγραφή